Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Ζαχαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Ζαχαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Παναγιώτης Φέξης : η performance πριν την performance



Συνέντευξη: Κώστας Ζαχαράκης
Πολύ πριν η performance γίνει η Τέχνη με την οποία οι πάντες ασχολούνται υπήρξαν μοναχικοί δημιουργοί που ζώντας και δρώντας έξω από το σύστημα «γέννησαν» καλλιτεχνικά δρώμενα υπέροχης έντασης και ομορφιάς ˙ ευτυχώς το φωτογραφικό υλικό που τα κάλυψε μαζί με τις μνήμες όσων τα παρακολούθησαν φτάνει ως το σήμερα αποδεικνύοντας πως μπορεί η επίσημη Ιστορία της Τέχνης να γράφεται στις μητροπόλεις αλλά δίπλα της αναπνέει ένας παράλληλος κόσμος που έχει εξίσου ενδιαφέρον και μπορεί -ενδεχομένως- να την προλάβει και -γιατί όχι- να την προσπεράσει.


Παναγιώτη πότε αισθάνθηκες για πρώτη φορά καλλιτέχνης;
Μια αποκαλυπτική για μένα στιγμή ήταν περίπου στα 10 όταν ανακάλυψα πως είμαι γόνος οικογένειας που ζωγράφιζε από την Αναγέννηση. Μεγάλωσα ως ο γιος ενός ψαρά ˙ έλα όμως που ο ψαράς ήταν νόθος γιος του μεγαλύτερου αγιογράφου της Λευκάδας, του Σίδερη. Είναι κάτι που στη Λευκάδα ακόμα δεν το ξέρουν.
Μια κρυμμένη ταυτότητα δηλαδή! Ένα μυστικό! Αισθανόσουν την ανάγκη να το πεις σε όλους ή να το κρύψεις και να αποτελεί τον κρυμμένο θησαυρό σου;
Ήθελα να το φωνάξω σε όλους αλλά δεν ήξερα πως.
Μήπως η ενασχόληση με την Τέχνη υπήρξε ο τρόπος να πληροφορήσεις τους πάντες για το ποιος πραγματικά είσαι;
Όχι μόνο αυτό. Ήθελα να εκφράσω τη γενιά μου και ήθελα και να δώσω φωνή στην ίδια τη Φύση η οποία στη Λευκάδα είναι πανέμορφη και σκεπάζει τα πάντα. Κοιτούσα τα σύννεφα να αλλάζουν σχήματα, χρώματα και διαστάσεις στο μεγάλο καμβά του ουρανού και ήθελα να τα κατεβάσω κάτω και να τα δώσω στους ανθρώπους.
Ποιες ήταν οι πρώτες σου καλλιτεχνικές ασχολίες ως πιτσιρικάς;
Παιδί δημοτικού ακόμα δημιουργούσα χρησιμοποιώντας κοχύλια και θαλασσόξυλα. Επίσης ζωγράφιζα από πολύ μικρός, έκανα Καραγκιόζη κτλ. Θυμάμαι που η δασκάλα είπε στη μάνα μου «ο γιος σου είναι φεγγαριάτικος».
Πες μου για την performance που έκανες στην παραλία του Αγίου Νικολάου. Υπάρχει μπόλικο φωτογραφικό υλικό. Πότε έγινε;
Οκτώβρης του 1999. Μου παραχωρήθηκε η αίθουσα Τέχνης «Θεόδωρου Στάμου» κι εκεί έστησα για πρώτη φορά τους ξύλινους χορευτές μου. Στο κέντρο υπήρχε ένα καμένο δέντρο με κρύσταλλα και η όλη εικαστική εγκατάσταση είχε για πρώτη φορά τον χαρακτηριστικό φωτισμό που υιοθέτησα από τότε σε όλα τα έργα μου. Επειδή ήταν αφιερωμένη στον πόλεμο της Σερβίας μετεγκαταστάθηκε και σε έναν εγκαταλειμμένο καμένο κτίριο της Λευκάδας αλλά το σημαντικότερο ήταν η μεταφορά της στους αμμόλοφους του Αγίου Νικολάου όπου το installation μετατράπηκε σε performance με εμένα να φωτογραφίζομαι γυμνός ανάμεσα στα έργα μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ντόπιους που ανακάλυψαν έκπληκτοι το όλο σκηνικό καθώς και μια επισκέπτρια από την Ιταλία που μιλούσε σπαστά ελληνικά να φωνάζει δυνατά «αυτό είναι bienalle
Δε φοβήθηκες τα σχόλια της εποχής και της περιοχής; Έχω γεννηθεί στην ίδια περίπου περιοχή με σένα και ξέρω πως οι άνθρωποι στα μέρη μας δεν είναι εξοικειωμένοι με την Τέχνη, πόσο μάλλον με ο,τιδήποτε περιλαμβάνει Γυμνό.
Φοβόμουν μήπως η παραπομπή στο Σταυρό παρεξηγηθεί, μήπως έχω έχω πρόβλημα με την Εκκλησία. Όμως συνέβη το εξής εκπληκτικό : μια ηλικιωμένη χωριάτισσα γονάτισε μπροστά στα έργα κι έκανε το σταυρό της. Η Τέχνη νίκησε!


Ξέρω πως μέσα στη Λευκάδα είσαι ιδιαίτερα αγαπητός. Δύσκολο για έναν άνθρωπο τόσο sui generis όπως εσύ. Τελικά ποια είναι τα μυστικά επιβίωσης των ασυνήθιστων ανθρώπων στην ελληνική επαρχία;
Μ` αρέσει συχνά να λέω πως το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή ενός καλλιτέχνη είναι να γίνει διάσημος στο χωριό του. Θα πρέπει να διεισδύει σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, να βρίσκει την ιδιαίτερη του ευαισθησία και να απευθύνεται σε αυτήν. Ίσως όλοι μαζί να σε κοπανάνε αλλά ο καθένας ξεχωριστά μπορεί να συνδέεται μαζί σου.
Προσφέρεις δηλαδή στον καθένα μια εξατομικευμένη ψευδαίσθηση αυτονόμησης.
Ακριβώς.


Ακούγεται σαν θεατρικό παιχνίδι. Και ξέρω πως είσαι και μέλος μιας θεατρικής ομάδας εκεί. Επίσης έχεις εμφανιστεί στην αρχή μιας ασπρόμαυρης παλιάς ελληνικής ταινίας και πρόσφατα έπαιξες τον Τειρεσία στην ταινία «Το δάκρυ του βουνού».
Η ταινία «Καταραμένη Αγάπη» υπάρχει στο youtube και έχει πολύ μεγάλη αξία γιατί μπορεί να δεις εκεί πως ήταν σε κάποια σημεία η Λευκάδα το 1965. «Το δάκρυ του βουνού» είναι μια τελείως διαφορετική περίπτωση ˙ σ` αυτή δεν είμαι ένα πιτσιρίκι που εμφανίζεται λίγο στην αρχή αλλά παίζω ως επαγγελματίας ηθοποιός. Την έκανε ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος και το χειμώνα θα βγει στις αίθουσες. Ήδη έχει πάει σε κάποια φεστιβάλ. Έμαθα πολλά καινούργια πράγματα παίζοντας εκεί.
Ο καλλιτέχνης πρέπει να μαθαίνει ασταμάτητα; Δεν καταντάει επώδυνο; Αυτά που κάθε φορά μαθαίνεις σε αναιρούν ˙ άρα πρέπει διαρκώς να ρέεις και να φτιάχνεις τον εαυτό σου.
Η Τέχνη ή σε κάνει ζώο ή σε κάνει άνθρωπο. Τον εαυτό σου δεν θα τον βρεις ποτέ και ούτε πρέπει.
Αν έβαζες μια ταμπέλα στον εαυτό σου, ως πρωταρχική ιδιότητα ας πούμε, ποια θα ήταν; Είσαι πάνω απ` όλα ζωγράφος, ηθοποιός, performer ή cheap artist;
Νιώθω πιο όμορφα χωρίς ταμπέλα. Ίσως γιατί μου αρέσει να είμαι απ` όλα.

Ποτέ δε βρήκες τα δρόμο για τις μεγάλες gallery. Έπαιξες μπάλα σε μικρότερα γήπεδα. Υπάρχουν κυκλώματα και άνθρωποι που ελέγχουν το παιχνίδι; Τι συμβουλή θα έδινες σε έναν καλλιτέχνη που θέλει -ας πούμε μια κλισέ φράση εδώ- να φτάσει ψηλά; Πρέπει να προσπαθήσει να μπει στο σύστημα ή να το αγνοήσει;
Όσο πιο ψηλά ανεβαίνεις τόσο πιο πολύ πρέπει να χαμηλώνεις για τους ανθρώπους. Πρέπει να είσαι οικείος, να μιλάς τη γλώσσα των άλλων. Τα συστήματα πρέπει έτσι κι αλλιώς να τα αγνοείς γιατί μπορεί να σε πάνε στον πάτο. Πρέπει να ασχολείσαι με τους ανθρώπους και όχι με τα συστήματα.
Εσύ για να ανταπεξέλθεις οικονομικά ασχολήθηκες με την ανθοδεσία και τη διακόσμηση εκδηλώσεων.
Ακόμα και σ` αυτό δρω ως καλλιτέχνης. Πολλές φορές χρησιμοποιώ λουλούδια από κήπους και όχι από ανθοπωλεία. Ή βρίσκω άνθη σε χωράφια.
Μα και στην cheap art χρησιμοποιείς ό,τιδήποτε θες εσύ, έτσι δεν είναι;
Τενεκέδες, πλυντήρια, σπασμένες καρέκλες. Μ` αρέσει αυτό που οι άλλοι πετάνε. Γιατί εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει «σκουπίδι» ˙ απλά δεν σου κάνει εσένα.
Πότε πρωτοασχολήθηκες με την cheap art;
Είμαι 18 χρόνια επίσημα cheap artist.
Η τελευταία δουλειά του Παναγιώτη Φέξη πραγματοποιείται αυτή τη στιγμή στη Λευκάδα , στη λιμνοθάλασσα μπροστά από το κάστρο της Περατιάς. Τελεί υπό την αιγίδα του Δήμου Ακτίου-Βόνιτσας και είναι αφιερωμένο στα θύματα των πυρκαγιών της Ανατολικής Αττικής. Έχει αγκαλιαστεί από τον κόσμο της Λευκάδας, της Βόνιτσας και της Πρέβεζας ενώ καθημερινά φωτογραφίζεται και βιντεοσκοπείται από επισκέπτες και τουρίστες. 


_________________________________________________________





http://oxigon.blogspot.com/2016/07/20.html
 

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

20 χρόνια χωρίς την Αλίκη



sweet bird of youth

Του συνεργάτη μας Κώστα Ζαχαράκη

Φθινόπωρο 1990. Η Αλίκη έχει μόλις αφήσει πίσω της μια τεράστια αποτυχία στην Επίδαυρο και επιστρέφει στην αθηναϊκή σκηνή τολμώντας να ανεβάσει Τένεσι Ουίλιαμς. Αρχικά προτείνει στον Ανδρέα Βουτσινά το Λεωφορείο ο Πόθος, άλλωστε είμαι ήδη μια Μπλανς του λέει, εδώ και χρόνια κρύβομαι στα σκοτάδια. Εκείνος επιμένει για το Γλυκό Πουλί της Νιότης και η Αλίκη μεταπείθεται. Η ηρωίδα έχει μνημειώδεις ατάκες, «ήξερα πάντα πως ο μύθος μου δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη βιτρίνα της νιότης» ˙ ωστόσο πρέπει να είναι σπασμένη, απελπισμένη, επιβιωτική. Πρόβες επί προβών με το σκηνοθέτη να δηλώνει ενθουσιασμένος, σχεδόν δακρύζει κάθε φορά που η πρωταγωνίστρια στέκεται στο προσκήνιο και εκστομίζει «Γριά, γριά δεν είμαι. Όμως δεν είμαι και νέα..» Αλεξάνδρα Ντε Λάγκο.

Για άλλη μια φορά η ηθοποιός λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο. Oι νοικοκυρές και τα κοριτσόπουλα ήρθαν να δουν την Αλίκη του Φίνου, τη star, την αγέραστη. «Είσαι!» φωνάζουν θρασύτατα, «Είσαι νέα!». Οι εξαντλητικές πρόβες πάνε περίπατο, το κοινό διαφωνεί, το έργο καταντά interactive. Η παραπάνω ιστορία δεν είναι αστικός μύθος αλλά μια κορυφαία στιγμή αποκάλυψης της βαθύτερης αλήθειας του προσώπου.

Το πρόσωπο λέγεται “Aλίκη Βουγιουκλάκη” ή απλώς “Aλίκη”. Kάποιος είπε πως σ` αυτή τη χώρα όταν λες σκέτα “Aλίκη” εννοείς τη Bουγιουκλάκη ακόμα κι αν Αλίκη λένε τη μάνα σου. Υπερβολή ίσως. Μα και οι υπερβολές δηλώνουν κάποιες αλήθειες.

Η Αλίκη λοιπόν σκάει μύτη στο ελληνικό θέαμα το 1953 μ` ένα μικρό ρολάκι στον Κατά φαντασίαν ασθενή του Μολιέρου. Την επόμενη χρονιά θα παίξει στην πρώτη της κινηματογραφική ταινία και πριν κλείσει πενταετία στο χώρο θα βρεθεί να χαίρει μιας ασύλληπτης δημοτικότητας που θα κρατήσει ως το θάνατό της. Μόλις σαράντα χρόνια αργότερα.

Όμως το impact στο συναίσθημα του λαού δεν τελειώνει εκεί ˙ σ` αυτή τη χώρα υπάρχει μια αναλογική σχέση ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος που προκαλεί κάποιος. Γίνεται ταυτόχρονα και αντί-δημοφιλής, είναι η ηθοποιός που δεν παίζει ποτέ σωστά, η ατάλαντη diva, η bitch επιχειρηματίας, η γκόμενα του ξενόφερτου βασιλιά.

Θα ισορροπήσει πάνω στο τεντωμένο σκοινί οχυρωμένη πίσω από μια ατσάλινη περσόνα ˙ ξανθιά, χαμογελαστή και απαστράπτουσα. Πάντα καλή ,πάντα έξυπνη, πάντα έτοιμη. Και οι ψυχολόγοι ξέρουν καλά πως οι εξιδανικεύσεις χρησιμοποιούνται απλώς για να κρύβουν τα τραύματα. Ειδικά όταν αυτό που εξιδανικεύεις είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Με μαζοχιστική επιμονή θα υπονομεύσει το ταλέντο της χωρίς πάντως να παραιτηθεί από την επιθυμία για καλλιτεχνική αναγνώριση. Έτσι η επιτυχία θα συνεχίζεται αμείωτη για δεκαετίες, χέρι-χέρι με την απαξίωση. Σε κανένα ελληνικό σαλόνι δε θα βρεθεί κάποιος να υποστηρίξει πως η Βουγιουκλάκη είναι καλή ηθοποιός αν και όλοι θα δουν την ελληνική ταινία του Σαββάτου όταν παίζει εκείνη. Η χρήση μανιέρας συγχωρείται σε ολόκληρη την γενιά του `60 με μία μόνο εξαίρεση. Είναι θαυμάσια στην περίπτωση του Θανάση Βέγγου αλλά ασυγχώρητη στην Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Οι αριθμοί πάντως την αγαπάνε ˙ δεν την εγκαταλείπουν στιγμή. Οι ταινίες της κάνουν δυο καριέρες, η πρώτη στην μεγάλη οθόνη και η δεύτερη στη μικρή. Στην πρώτη τους καριέρα σπάνε τα ταμεία, στη δεύτερη εκτινάσσουν τους δείκτες τηλεθέασης. Τα περιοδικά και οι εφημερίδες δε σταματάνε ούτε μια εβδομάδα (από τα τέλη της δεκαετίας του `50 και ως τα μέσα της δεκαετίας του `90) να της αφιερώνουν ζωτικό χώρο, μα πάνω απ` όλα το Θέατρο της είναι σχεδόν πάντα γεμάτο. Πλήρης απογευματινή και βραδινή σε ένα Θέατρο χιλίων θέσεων επί σαράντα έτη.

Κάθε λίγα χρόνια επιχειρεί μια στροφή. Παίρνει μια ελάχιστη γεύση αναγνώρισης και επιστρέφει στην καθήλωση της. Στην περσόνα που δε γερνάει ποτέ. Βλέπει τη Τζένη Καρέζη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, τα δυο άλλα μεγάλα αστέρια της γενιάς της να επιτυγχάνουν εκεί που η ίδια αδυνατεί. Κι όμως, την “υπογράφουν” οι καλύτεροι. Τη σκηνοθετούν ο Ανδρέας Βουτσινάς, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Μίνως Βολονάκης, ακόμα και ο διεθνής Μάουρο Μπολονίνι. Μεταφράσεις από Μάριο Πλωρίτη και Παύλο Μάτεσι, στίχοι στο Kαμπαρέ από τον Γιάννη Ξανθούλη. Τη Φιλουμένα μετέφρασε για την Αλίκη ο Κώστας Ταχτσής(!), σκηνικά στο Καίσαρ και Κλεοπάτρα έκανε o άνθρωπος που μαζί με τον Εμπειρίκο έφερε στα ελληνικά γράμματα τον υπερρεαλισμό, ο Νίκος Εγγονόπουλος. Η ελληνική αβαν-γκαρντ δουλεύει μαζί της χωρίς αυτό να της προσδίδει κανένα καλλιτεχνικό κύρος. Παράδοξο.

Τα χρόνια περνάνε και η Αλίκη μεγαλώνει μόνο για να μικρύνει ξανά. Όχι πολύ μετά την εξηντάχρονη Αλεξάνδρα Ντε Λάγκο του 1990 θα ανεβάσει τη δεσποινίδα Πέπσι. Στις συνεντεύξεις της ακκίζεται κοιτώντας κατάματα το φακό. Ξεγελάει αλλά όχι το χρόνο. Ξεγελάει με κόστος την ανειλικρίνεια.

Στην προσωπική της ζωή οι έρωτες έρχονται και φεύγουν μαζί με τους κολλητούς φίλους του εκάστοτε αγαπημένου, οι οποίοι εν ριπή οφθαλμού, γίνονται και δικοί της. Είναι το χάρισμα κάθε ναρκισσιστικής προσωπικότητας να γίνεται αγαπητή άμα τη εμφανίσει. Αρκεί να το θέλει. Καμιά φορά και χωρίς να το θέλει.

Έτσι, μπορεί να εντοπίσει κανείς (ψάχνοντας συνεντεύξεις και αφιερώματα) υπερβολικά πολλά άτομα που έχουν δηλώσει πως υπήρξε αδερφική τους φίλη, πρόσωπο οικειότητας και απολύτου εμπιστοσύνης. Άτομα ετερόκλητα, ανήκοντα σε κύκλους που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και που ο κάθε κύκλος περιγράφει με διαφορετικά λόγια τον κοινό συγγενή. Κατακερματισμένος καθρέφτης ή επικοινωνιακή ιδιοφυία; Ίσως και τα δυο αφού η ευλογία του καθενός αποτελεί εξίσου και την κατάρα του.

Απόλυτη σταθερά πάντως η οικογένεια της, ειδικά η μητέρα. Κι αυτό εξηγεί τα πάντα. Η Αλίκη παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της “κόρη”. Μιας ελληνίδας μητέρας. Συντηρητικής και Χηρεύσασας. Που δεν ξανάφτιαξε ποτέ τη ζωή της επειδή πρωτίστως έπρεπε να εποπτεύει τα τέκνα της. Η “κόρη” δεν απομακρύνθηκε ποτέ ψυχικά από τη μάνα και τα αδέρφια και επίσης δεν άλλαξε ποτέ σπίτι. Επέλεξε να μένει στο κέντρο της Αθήνας, ένα πράμα σα να βρίσκεις τη Madonna στην Times Square.

Γιατί τόση ευκρίνεια; Γιατί τόσο εύκολη πρόσβαση; Πολλές φορές πήγαινε ως το θέατρο της με τα πόδια κατεβαίνοντας την Ακαδημίας.

Ένα είναι σίγουρο, η Αλίκη δε γίνεται να γεράσει κι ούτε επιτρέπεται να παίξει αποστασιοποιημένα. Το κοινό είναι ζεστό, είναι θηλυκό, έχει βλέμμα και απαιτεί να δει το κοριτσάκι του. Προσομοίωση οικογενειακού μοντέλου, το κοινό έγινε η μητέρα.

Κι έπειτα, είναι η “εθνική star” και την εποχή που κατοχυρώνει τον τίτλο, στην αρχή της δεκαετίας του `60, η Ελλάδα προσποιείται με πείσμα πως επουλώνει τα τραύματά της. Η προσπάθεια προσωποποιείται σε ένα πρόσωπο εκφραστικό, το πιο εκφραστικό του παγκόσμιου κινηματογράφου κατά τον Ρούντολφ Μάτε. Τι άλλο επιτρέπεται να δείξει λοιπόν αυτό το πρόσωπο εκτός από κατάφαση;

Μονάχα ο Χατζιδάκις ,με την ακομπλεξάριστη ευφυΐα του, θα αντιληφθεί πως η φίλη του επιτελεί υψηλότερο καλλιτεχνικό έργο από δεκάδες άλλες θεατρίνες που μπορούν μεν να αποδώσουν σωστά την Έντα Γκάμπλερ αλλά δεν μπορούν επ` ουδενί να αντιπροσωπεύσουν τον ψυχισμό ενός ολόκληρου λαού. Γιατί για να κάνεις αυτό το τελευταίο χρειάζεται στόφα και μέγεθος. Και ίσως κύτταρο ιερής αγελάδας.

Είχε η ίδια σχέδιο εξόδου από όλο αυτό; Κάποιοι είπαν πως προσπαθούσε να εκπαιδεύσει σταδιακά το κοινό της, πως περίμενε την ενηλικίωση του επιχειρώντας τμηματικά μια στροφή που δεν θα το τρομάξει. Μεγαλεπήβολο εγχείρημα, ίσως παγκόσμια πρωτοτυπία. Να προσδοκάς την εξέλιξη ενός ολόκληρου λαού, να υποθέτεις πως δεκαετίες μετά η πιο πετυχημένη γυναίκα δε θα χρειάζεται πλέον να μασκαρεύεται από τίγρη σε γάτα εντός και εκτός σκηνής. Μείνε νέα λοιπόν, συντήρησε το μύθο σου και σπείρε μικρές υποψίες διαφορετικότητας. Και βλέπουμε.

Άλλες στιγμές φάνηκε να ασφυκτιά, υπονόησε πως το κοινό την κρατά σκλαβωμένη, πως η Ελλάδα της έβαλε δεσμά και πως θυσίασε το δυναμικό της για χάρη του κόσμου. Πώς να πιστέψεις όμως έναν καλλιτέχνη που είχε, σε ανύποπτο χρόνο, δηλώσει «λέω πάντα ψέματα, σε όλες μου τις συνεντεύξεις»; Κι όμως, λίγο μετά τη συνάντηση της με τη χαμένη ευκαιρία που λεγόταν Αλεξάνδρα Ντε Λάγκο, πιθανόν και να αποδέχτηκε αυτά τα δεσμά. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να εξηγήσει μια σειρά από παράξενες αποφάσεις που πήρε στις αρχές της δεκαετίας του `90 και οι οποίες έκαναν τη ζωή της να περάσει σε μια οιονεί άχρονη καθημερινότητα. Έπαψε να διαβάζει εφημερίδες και απαγόρευσε σε όλους τους φίλους της να της μεταφέρουν τόσο τα καλά όσο και τα άσχημα σχόλια. Η Αλίκη συνθηκολόγησε και σύντομα μετά από αυτό πέθανε. Ίσως να έγινε κι έτσι.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά το θάνατό της (και σχεδόν 45 μετά την τελευταία της ταινία με την F.F.) ο θρύλος της Αλίκης μάλλον ζει. Όχι επειδή αγαπάμε ακόμα τις ταινίες της, θυμόμαστε τα τραγούδια της, μιλάμε γι` αυτήν, ανεβάζουμε αφιερώματα στο διαδίκτυο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη από την αυτιστική άρνηση του πνευματικού κόσμου αυτής της χώρας -ακόμα και σήμερα- να της αποδώσει καλλιτεχνικό μέγεθος. Παραδόξως πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που ισχυρίζονται πως αυτό που σε καταξιώνει τελικά είναι ο Χρόνος.

Κι ήτανε Άνοιξη
κι ήτανε μέθη
-κι ήσουν εσύ
Κι ήτανε νύχτα
κι ήταν χειμώνας
-κι ήμουν εγώ
Κι ήμασταν λίγοι
κι ήμασταν όλοι
-εμείς οι δυο.
Κι έξω γκρεμίζονταν ένας αιώνας
-ένα θεριό.
Κι ήταν αρώματα και ξημερώματα
-κι ήσουν εσύ.
Κι ήταν οράματα κι ήταν γεράματα
-κι ήμουν εγώ.
Κι έξω καρφώνανε τα ξημερώματα
κάτι ικριώματα
τάφο χτιστό.
Για να κρεμάσουνε και να δοξάσουνε
κάποιο Χριστό.

Ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη γραμμένο για την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Άρθρο: Κώστας Ζαχαράκης

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ - ΚΕΡΚΥΡΑ




Με ιδιαίτερη χαρά δημοσιεύουμε σήμερα το άρθρο του Κώστα Ζαχαράκη, ενός πολύ καλού μας φίλου ο οποίος τους τελευταίους μήνες ζει και εργάζεται στο νησί της Κέρκυρας. Μαγεμένος και εντυπωσιασμένος από το νησί, παρατηρεί την αγάπη που έχουν οι Κερκυραίοι στον Άγιο Σπυρίδωνα και ένιωσε την επιθυμία να γράψει για το ''ΟΞΥΓΟΝΟ'', ένα άρθρο με κεντρικό θέμα τον Άγιο και να το δημοσιεύσουμε στο ιστολόγιό μας την ημέρα της εορτής του Αγίου! 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΙΣ ΕΟΡΤΑΖΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΕΣ



Γράφει ο Κώστας Ζαχαράκης:

Τρία άφθαρτα λείψανα υπάρχουν στο Ιόνιο. Άγιος Σπυρίδωνας, Άγιος Γεράσιμος, Άγιος Διονύσιος. Του Αγίου Σπυρίδωνα -που γιορτάζει σήμερα- το άφθαρτο λείψανο βρίσκεται στην Κέρκυρα της οποίας είναι πολιούχος. Πολιούχος όμως είναι και για το Μεσολόγγι, τον Πειραιά και τη Βόνιτσα Αιτωλοακαρνανίας. Ένας από τους μεγαλύτερους Άγιους της ορθόδοξης πίστης!

Ο Ναός του Αγίου Σπυρίδωνα στη Βόνιτσα.

Στην Κέρκυρα οι κάτοικοι τον επικαλούνται διαρκώς. Ο Κερκυραίος θα πει πολύ πιο εύκολα ¨Άγιε μου Σπυρίδωνα!¨ παρά ¨Θεέ μου!¨, συνήθεια όχι καταδικαστέα στην πίστη μας, αφού η επίκληση των Αγίων και της Παναγίας επιτρέπεται και ενθαρρύνεται. Η δύναμη και η αγάπη τους εκπορεύεται από κείνη Του Χριστού.

Ποιος είναι όμως αυτός ο τόσο αγαπητός και σπουδαίος Άγιος;
Ο Άγιος Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην Κύπρο από οικογένεια βοσκών. Μορφώθηκε και διάλεξε το δρόμο της οικογένειας. Γνωρίζουμε από διηγήσεις πως οι άνθρωποι τον αγαπούσαν για το πνεύμα και την καλοσύνη του. Έκανε μια κόρη, την Eιρήνη. Όταν έχασε τη γυναίκα του έγινε μοναχός και κατόπιν ιερέας.
Πόσο πολύ μοιάζει ο δρόμος του με το δρόμο καθενός από μας! Μια απώλεια, μια δυσκολία, ένα απροσδόκητο χτύπημα είναι που -παρά τον πόνο που προκαλεί- σε οδηγεί πολλές φορές εκεί που πρέπει να πας. Η ζωή των σπουδαίων ανθρώπων, όλων αυτών που μνημονεύουμε και θαυμάζουμε, δε διαφέρει ίσως από τη ζωή μας…

Το Καμπαναριό του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα.

Ακολουθώντας τη ζωή πια της Εκκλησίας έφτασε να γίνει Επίσκοπος και μάλιστα έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στην Ά Οικουμενική Σύνοδο, εκεί όπου αμφισβητήθηκε το θεμέλιο του Χριστιανισμού, η τριαδικότητα Του Θεού. Η Παράδοση αναφέρει πως κρατώντας ένα κεραμίδι στο χέρι είπε ¨Εις το όνομα του Πατρός¨ και αναδύθηκε απ` αυτό η φωτιά με την οποία ψήθηκε, ¨Και του Υιού¨ και κύλησε νερό ανάμεσα από τα δάχτυλά του ,¨Και του Αγίου Πνεύματος¨ και έδειξε το χώμα που είχε απομείνει στην παλάμη του. Ανέλυσε δηλαδή το αντικείμενο στα τρία στοιχεία που το αποτελούσαν ώστε να κατανοήσουν οι διαφωνούντες της Συνόδου την τριαδικότητα.
Κοιμήθηκε το 348 μ.Χ. και τα επόμενα τρακόσια χρόνια το λείψανό του παρέμεινε στην Κύπρο. Μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί Ιουστινιανού και αιώνες αργότερα, λίγες μέρες πριν την Άλωση(!) , ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος φυγάδευσε το σώμα του Αγίου στη Σερβία. Η οθωμανική φωτιά απλωνόταν ταχύτατα και ακανόνιστα στη βαλκανική χερσόνησο και ο ευσεβής ιερέας έφυγε και πάλι αναζητώντας καταφύγιο στην Κέρκυρα που βρισκόταν υπό ενετική κατοχή. Μαζί του είχε πάρει και το λείψανο της Αγίας Θεοδώρας που θαρρείς πως το ενώνει μια κοινή μοίρα με κείνο του Αγίου Σπυρίδωνα αφού στον ίδιο ναό φυλασσόταν στην Κωνσταντινούπολη ενώ σήμερα βρίσκονται και τα δυο σε διαφορετικούς ναούς της Κέρκυρας.
Οι αρχές του νησιού θέλησαν να μεταφέρουν το σώμα του Αγίου στη Βενετία. Τους εμπόδισε ο ίδιος ο λαός της Κέρκυρας. Απροσδόκητο και ασυνήθιστο ακούγεται αυτό σήμερα ˙ ένας λαός υπό κατοχή αισθάνθηκε την αγάπη και την ενέργεια του Αγίου, τον ζήτησε και τον διεκδίκησε για τον τόπο του! Από τότε, ο δεσμός του Αγίου με τους Κερκυραίους είναι ολοζώντανος.



Πλησιάζοντας το ναό του Αγίου στο νησί βλέπει κανείς όχι μόνο ελληνικές επιγραφές αλλά και βουλγάρικες, σέρβικες, ρώσικες… Ο ορθόδοξος κόσμος αναγνωρίζει στο Σπυρίδωνα τον καταδεκτικό Άγιο που απαντά στις εκκλήσεις και τις προσευχές του.
Όμως και πάρα πολλοί καθολικοί έρχονται και προσκυνάνε ευλαβικά. Είχε πει κάποιος χαριτωμένα πως στην Κέρκυρα άθεο μπορεί να βρεις αλλά κάποιον που δε πιστεύει στον Άγιο Σπυρίδωνα όχι!


Ιδιαίτερη τιμή στον Άγιο αποδίδεται και στην κωμόπολη της Αιτωλοακαρνανίας, Βόνιτσα. Την παραμονή τελείται ο μέγας πανηγυρικός εσπερινός ενώ στις 12 Δεκέμβρη, μετά την πρωινή Θεία Λειτουργία, ακολουθεί λιτανεία με θερμή συμμετοχή του λαού. Πολλά είναι τα θαύματα που μπορεί να διαβάσει κανείς ή να βρει στο διαδίκτυο για τον Άγιο. Σημαντικότερα είναι όμως όσα λένε προφορικά οι πιστοί που τον αγαπούν και τον επικαλούνται. Εκείνοι ξέρουν πόσο κοντά νιώθουν με τον Άγιο Σπυρίδωνα και πόσο παρών είναι στη ζωή τους!
  
Στο άρθρο χρησιμοποιήθηκαν φωτογραφίες από την μηχανή αναζήτησης της Google. Σε περίπτωση που σε αυτές αναγνωρίσατε κάποια δική σας φωτογραφία και δεν συμφωνείτε για τη χρησιμοποίηση της στο ιστολόγιό μας, παρακαλώ να επικοινωνήσετε μαζί μας άμεσα.