Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Ελιά στο μπαλκόνι σε γλάστρα


Η ελιά έχει υπέροχο και συμπαγές φύλλωμα, εντυπωσιακό κορμό που σχηματίζει με το πέρασμα των χρόνων αλλά και εύκολη σχετικά συντήρηση.

Η ελιά μπορεί να χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους στη φυτοτεχνία.
Σε ένα κήπο μπορεί να μπει ως μεμονωμένο δέντρο ή ακόμα και να πλαισιωθεί με άλλα, συνήθως χαμηλότερα φυτά, σχηματίζοντας ένα ιδιαίτερο παρτέρι.
Σε ένα μπαλκόνι πολύ εύκολα μπορεί να εγκατασταθεί σε μια γλάστρα και να δώσει μια νότα μεσογειακής φύσης στο χώρο μας. Ακόμα, κάποιες ποικιλίες ελιάς έχουν την δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν και ως φυτοφράχτες όταν αυτές φυτευτούν σε κοντινές αποστάσεις η μία δίπλα στην άλλη.

Οι περιοχές που αναπτύσσεται καλύτερα είναι αυτές που δεν πλήττονται συχνά από ακραίες θερμοκρασίες, δηλαδή πολύ και παρατεταμένο κρύο το χειμώνα και υπερβολική ζέστη το καλοκαίρι. Μια μέση θερμοκρασία θα λέγαμε ότι είναι αυτή γύρω στους 18ο C. Μεγάλο πρόβλημα στην ελιά δημιουργούν οι ανοιξιάτικοι παγετοί που μπορεί να καταστρέψουν τους εκπτυσσόμενους οφθαλμούς.

Στις απαιτήσεις της σε χώμα η ελιά θεωρείται εντυπωσιακά ανεκτικό φυτό. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ευδοκιμήσει σε βαθιά γόνιμα έως και σε αβαθή, άγονα, ξηρά εδάφη. Το ίδιο καλή συμπεριφορά παρουσιάζει σε ελαφρώς όξινα ή αλκαλικά εδάφη.
Όμως έχει παρατηρηθεί πως σε διαρκώς υγρό χώμα και πολύ έντονα αλκαλικό, εμφανίζει αδύνατη ανάπτυξη. Συνεπώς το πλέον κατάλληλο εδαφικό περιβάλλον είναι αυτό που έχει καλή αποστράγγιση, δεν είναι πολύ αλκαλικό και περιέχει ικανοποιητική ποσότητα ασβεστίου και καλίου.

Σχετικά με τη λίπανση της ελιάς, καλό είναι να γίνεται σε δύο στάδια.
Κατά το φθινόπωρο και στα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου. Δέντρα που βρίσκονται σε γλάστρες πιθανότατα να χρειάζονται πιο συχνές λιπάνσεις. Αυτό που πρέπει να φροντίζουμε είναι να τροφοδοτούμε τα φυτά μας με αρκετό άζωτο έτσι ώστε να διατηρούν το έντονο πράσινο χρώμα τα φύλλα τους, αλλά και ικανοποιητικές ποσότητες καλίου που ενισχύουν την άμυνα του οργανισμού τους.
Πολύ συχνά παρατηρείται η ελιά να παρουσιάζει έλλειψη στο στοιχείο ¨βόριο¨ οπότε και φροντίζουμε να εμπλουτίζουμε τη λίπανσή μας με το στοιχείο αυτό. Να τονίσουμε φυσικά πως ιδιαίτερα στα φυτά που βρίσκονται πολύ κοντά στο χώρο μας, πρέπει να επιμένουμε σε λιπάνσεις με οργανικά σκευάσματα, φιλικά προς το περιβάλλον.

Σε ότι αφορά το κλάδεμα, η ελιά ως καλλωπιστικό φυτό επιδέχεται ακόμα και πολύ αυστηρά κλαδέματα, προκειμένου να διατηρούμε το σχήμα της στη μορφή που εμείς επιθυμούμε.
Η ικανότητά της να αναβλαστάνει γρήγορα και σε μεγάλες αναλογικά ποσότητες βλαστών μας επιτρέπει να τη διαμορφώνουμε σύμφωνα με τις ανάγκες του χώρου που πρόκειται να εγκατασταθεί.
Καλή εποχή για τέτοιου είδους εργασίες είναι στα τέλη του χειμώνα αμέσως μετά τη πτώση των καρπών. Ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα της ελιάς ως καλλωπιστικό δέντρο στην κηποτεχνία είναι η καρποφορία της. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί κάποιες ποικιλίες ελιάς οι οποίες καρποφορούν ελάχιστα έως καθόλου, ενώ σε κάποιες άλλες ο καρπός τους είναι ιδιαίτερα μικρός και με περιορισμένη ποσότητα ελαίου.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η ¨χρυσόφυλλη ελιά¨, που τελευταία όλο και πιο πολύ χρησιμοποιείται στη δημιουργία χώρων πρασίνου. Τέτοιου είδους δέντρα είναι κατάλληλα για χρήσεις όπου οι καρποί είναι ανεπιθύμητοι όπως για παράδειγμα σε πεζοδρόμια, πλακόστρωτα και πισίνες.

Οι εχθροί που μπορεί να συναντήσει η ελιά στο κήπο μας τις περισσότερες φορές προκαλούν ζημιές περιορισμένης κλίμακας, ιδιαίτερα εάν αντιμετωπιστούν άμεσα.
Εντομολογικής φύσεως προσβολές είναι κυρίως αυτές που προκαλούνται από το δάκο, τον πυρηνοτρήτη και την βαμβακάδα.
Στις μυκητολογικές ασθένειες συναντάμε πιο συχνά το κυκλοκόνιο, τη καπνιά και τις αδρομυκώσεις, ενώ δε θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε και το βακτήριο, που προκαλεί την καρκίνωση (μεγάλοι ξυλώδεις όγκοι).

Σε γενικές γραμμές μπορούμε 
να αποφύγουμε τους παραπάνω εχθρούς όταν:

α. φροντίζουμε να ποτίζονται κανονικά τα φυτά μας,
β. λιπαίνουμε σωστά, έγκαιρα και με τις κατάλληλες αναλογίες,
γ. απομακρύνουμε τα ξερά κλαδιά μέσα από τη κόμη του δέντρου.
Σε κάθε περίπτωση πάντως και όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο, επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε φυτοφάρμακα βιολογικής προέλευσης.

Δημήτρης Κωνσταντάκος, Γεωπόνος Γ.Π.Α

Επιμέλεια: Εύα Χατζηαργυροπούλου

Πηγή: in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: